δευτερουργός

δευτερ-ουργός, όν,
A working in the second place, secondary, opp.

πρωτουργός, κινήσεις Pl.Lg.897a

, cf. Iamb.Myst.3.1: but,
II Subst. δευτερουργός, , one who vamps up old clothes, Poll.7.77.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δευτερουργός — δευτερουργός, όν (Α) 1. όποιος έχει δευτερεύουσα θέση σε κάποιο έργο, ο δευτερεύων 2. το αρσ. ως ουσ. ο δευτερουργός αυτός που επισκευάζει ή μεταποιεί ενδύματα …   Dictionary of Greek

  • δευτερουργός — working in the second place masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερουργόν — δευτερουργός working in the second place masc/fem acc sg δευτερουργός working in the second place neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερουργοῖς — δευτερουργός working in the second place masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερουργούς — δευτερουργός working in the second place masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερουργά — δευτερουργός working in the second place neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερουργῷ — δευτερουργός working in the second place masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • έργο — (Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια… …   Dictionary of Greek

  • δευτερουργῶν — δευτερουργής vamped up masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) δευτερουργός working in the second place masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.